άλλος δρόμος για την κοινωνική ειρήνη και ευημερία δεν υπάρχει εκτός από αυτόν που περνά από την με κάθε τρόπο προσπάθεια ανατροπής του ισχύοντος κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικού συστήματος ώστε να αλλάξουν οι συσχετισμοί δυνάμεων και να έρθει στο προσκήνιο μια ανθρωποκεντρική θεώρηση των πραγμάτων, απαλλαγμένη από κάθε είδους διακρίσεις...©

12/1/12

Μερικές σκέψεις ακόμη για τη θεματική ενότητα ΚΦΕ51: Κίνηση, Δομική Συγκρότηση και Βασικές Αλληλεπιδράσεις της Ύλης

Η ελληνική πολιτεία έχει επινοήσει το θεσμό της “δεύτερης ανάθεσης” σύμφωνα με τον οποίο ελλείψει σχετικού καθηγητή σε κάποιο σχολείο δύναται πχ ένας Φυσικός να διδάξει Χημεία και Βιολογία. Δε λαμβάνεται όμως υπόψη πως στα προγράμματα σπουδών των ελληνικών ΑΕΙ η επαφή του φοιτητή με μαθήματα άλλων ειδικοτήτων είναι επιφανειακή και εξαντλείται σε 1-2 μαθήματα το πολύ. Παρόλα αυτά, η αλήθεια είναι πως με προσωπικό διάβασμα του εκάστοτε καθηγητή είναι δυνατό να μπορέσει να αντεπεξέλθει ικανοποιητικά στις βασικές απαιτήσεις της ύλης, όμως σε επίπεδο οριακά Β' Λυκείου και όχι πανελληνίων εξετάσεων. Συγχρόνως όμως είναι λάθος να δεχόμαστε την παραπάνω θεώρηση του προσωπικού και μόνο διαβάσματος ενός άλλου αντικειμένου ως συστατικό κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην οποία υποβάλλονται οι μαθητές.
Το μεταπτυχιακό πρόγραμμα “Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση Καθηγητών Φυσικών Επιστημών” που προσφέρεται από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο απευθύνεται σε αποφοίτους των Θετικών Επιστημών που έχουν επιλέξει να ασχοληθούν με τη διδασκαλία των σχετικών επιστημονικών πεδίων σε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Μιας και όλοι οι μεταπτυχιακοί φοιτητές θα πρέπει να παρακολουθήσουν επιτυχώς Φυσική και Χημεία ή Βιολογία, ανεξάρτητα από τη βασική τους ειδίκευση, εύλογα δημιουργείται η εντύπωση πως σκοπός του μεταπτυχιακού είναι η παροχή των βασικών θεωρητικών γνώσεων της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας στους καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Με τον τρόπο αυτό, ξεπερνιέται ο σκόπελος της άγνωστης ύλης από την πλευρά του καθηγητή  της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πολλοί θα αναφωνούσαν πως επιτέλους ελήφθη μέριμνα ώστε η κατάρτιση των καθηγητών των εφήβων να είναι όσο το δυνατόν πλήρης, προς όφελος πάντα των μαθητών.

Όμως, ένας νοήμων άνθρωπος που θα διαβάσει την περιγραφή του συγκεκριμένου μεταπτυχιακού προγράμματος θα συμπεράνει ότι σκοπός του είναι η Διδακτική των Φυσικών Επιστημών, όπως υπονοείται και από τον αγγλικό τίτλο “Master in Teaching Natural Sciences”. Έμφαση λοιπόν στη διδακτική και παιδαγωγική διαδικασία και όχι εξαντλητική θεωρητική ενασχόληση με την ύλη που διδάσκεται ένας προπτυχιακός φοιτητής. Εξάλλου, το επίπεδο της διδακτέας λυκειακής ύλης μετά βίας φτάνει στο επίπεδο των δύο πρώτων εξαμήνων της κάθε σχολής. Αναμένει επομένως ο επίδοξος μεταπτυχιακός φοιτητής πως θα εντρυφήσει σε διδακτικές μεθόδους διδασκαλίας, σε προσομοιώσεις πειραμάτων, στη χρήση ηλεκτρονικών εποπτικών μέσων και εκπαιδευτικού λογισμικού, ώστε να μπορέσει να τραβήξει το ενδιαφέρον των μαθητών και να τους βοηθήσει να αγαπήσουν την αναζήτηση της γνώσης μέσα από την παρατήρηση και το πείραμα.

Οι βασικές πληροφορίες για το μεταπτυχιακό δίνονται σε μόλις 33 γραμμές στην επίσημη ιστοσελίδα του ΕΑΠ και καμία αναφορά δε γίνεται στις εργασίες και τις εξετάσεις. Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί να εξάγει ο ενδιαφερόμενος είναι πως όλοι θα παρακολουθήσουν Φυσική 1 (ΚΦΕ51) και “Παιδαγωγικά” (ΚΦΕ60) και κατόπιν θα πρέπει να επιλέξουν 2 από τις παρακάτω 3 θεματικές ενότητες: Φυσική 2 (ΚΦΕ61), Χημεία (ΚΦΕ52) και Βιολογία (ΚΦΕ53).

Αυτό σημαίνει πως όλοι οι φοιτητές σε κάποια στιγμή των σπουδών τους θα έρθουν αντιμέτωποι με τη θεματική ενότητα ΚΦΕ51: Κίνηση, Δομική Συγκρότηση και Βασικές Αλληλεπιδράσεις της Ύλης, η οποία είναι η πιο δύσκολη και αυτή θα μας απασχολήσει κατόπιν.

Η μόνη επίσημη ενημέρωση για τις σχετικές εκπαιδευτικές διαδικασίες δίνεται στην πρώτη Ομαδική Συνάντηση Συνεργασίας. Εκεί, ο αδαής φοιτητής μαθαίνει πως μέσα σε 9 μήνες θα έρθει αντιμέτωπος με ύλη που διδάσκεται στα 3 πρώτα έτη (τουλάχιστον του τμήματος Φυσικής στο ΑΠΘ), θα πρέπει να ασχοληθεί με 6 εργασίες επίλυσης ασκήσεων και τέλος να δώσει τρεις 3ωρες εξετάσεις, ώστε να καλυφθεί η ύλη της Μηχανικής, Κυμάτων/Θερμοδυναμικής και του Ηλεκτρομαγνητισμού.

Τα παραπάνω θα μπορούσαν να είναι επιθυμητά, αναγκαία και αποδεκτά στην περίπτωση που το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό δεν είχε κάποια σχέση με τη διδακτική των φυσικών επιστημών αλλά με την παροχή του βασικού θεωρητικού υποβάθρου σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει τι διαπραγματεύεται η Φυσική, χωρίς να αναγκαστεί να πάρει πτυχίο Φυσικής.

Είτε πρόκειται για απόφοιτους φυσικούς είτε για τις λοιπές ειδικότητες του πολυπαθούς κλάδου ΠΕ 04 των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ, η ύλη και οι εξεταστικές διαδικασίες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι είναι βάναυσες, εξοντωτικές και αναίτιες, καθώς αποκλίνουν από τον υποτιθέμενο στόχο της Διδακτικής. Προφανώς και για να μπορέσει κάποιος να ασχοληθεί με τη διδασκαλία ενός αντικειμένου θα πρέπει να το κατέχει, αλλά η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν έχει καμία σχέση με τη βασική ύλη που διδάσκεται στο γυμνάσιο και το λύκειο.

Στο σημείο αυτό, θα θιχτούν τρία θέματα.
Πρώτον, σαφώς και σε μία εξ αποστάσεως εκπαίδευση το προσωπικό διάβασμα του φοιτητή είναι σημαντικό. Όμως αν η εκπαιδευτική διαδικασία δεν εξελίσσεται εντέλει σε μια διαδραστική αλληλεπίδραση με τη γνώση, ώστε ο φοιτητής να προσεγγίσει πιο ουσιαστικά την ύλη, μέσα από διαδικτυακή αναζήτηση και προγράμματα προσομοίωσης, τότε δεν πρόκειται παρά για έναν εξαναγκασμό σε άσκοπο διάβασμα, χωρίς έμπνευση και ενδιαφέρον. Θα τολμούσε ίσως κάποιος να πει πως τα δίδακτρα υπάρχουν μόνο και μόνο για να ωθηθεί ο φοιτητής να διαβάσει  και λειτουργούν ως μαστίγιο, ενώ η ελπίδα της χρήσης του μεταπτυχιακού σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ για εκπαιδευτικούς είναι το καρότο.
Δεύτερον, οι εργασίες που προτείνονται απαιτούν βαθιά κατανόηση της ύλης σε σύντομο χρονικό διάστημα, η οποία αν ήταν δυνατό να κατακτηθεί μόνο με προσωπικό διάβασμα θα καθιστούσε τους πανεπιστημιακούς καθηγητές άχρηστους στην εκπαιδευτική διαδικασία. Συγχρόνως οι εργασίες αυτές εξαντλούνται στη λογική της επίλυσης λιγότερο ή περισσότερο δύσκολων ασκήσεων που δεν έχουν καμία σχέση με το επίπεδο των ασκήσεων που ένας καθηγητής θα ζητήσει από τους μαθητές του, ενώ θα μπορούσαν να είναι αφορμή για εντοπισμό θεμάτων που χρήζουν επισήμανσης στους μαθητές του γυμνασίου και του λυκείου, ώστε να γίνει πιο ενδιαφέρον το μάθημα στα σχολεία.
Τρίτον, το γεγονός ότι στο τέλος ο φοιτητής καλείται να δώσει τρεις τρίωρες εξετάσεις μέσα σε ένα σαββατοκύριακο ολοκληρώνει την εξοντωτική διαδικασία στην οποία τον υποβάλλουν οι ακαδημαϊκοί που οργάνωσαν το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών. Εξετάσεις με κλειστά βιβλία, λες κι ένας καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δε θα έχει ποτέ πρόσβαση στη βιβλιογραφία και πρέπει να έχει αποστηθίσει πολύπλοκους τύπους και συναρτήσεις και πρέπει να αποδείξει πως σε “περίπτωση έκτακτης ανάγκης” θα μπορέσει να γράψει άμεσα κάποια επίμαχη μαθηματική εξίσωση. Εξετάσεις εξαιρετικής δυσκολίας οι οποίες όμως δεν σκοπεύουν στο να διασφαλίσουν πως ο φοιτητής έμαθε και κατανόησε. Όσοι, λοιπόν, κατάφεραν και γλίτωσαν τα νέα δίδακτρα, περνώντας τις εργασίες, ίσως αναγκαστούν να πληρώσουν κάποια νέα εξέταστρα στην περίπτωση που δε γράψουν επιτυχώς σε κάποια από τις 3 εξετάσεις. Το χρήμα θα συνεχίσει δηλαδή να εισρέει με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, σε μια λογική ευκαιριακής και περιστασιακής χρέωσης των φοιτητών.

Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να υποστηρίξει πως το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό εκμεταλλεύεται την επιθυμία πολλών πτυχιούχων “καθηγητικών σχολών” για εξειδίκευση στη διδακτική, ώστε να έχουν ένα ακόμη προσόν για αξιοπρεπή συμμετοχή σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ για εκπαιδευτικούς. Δίνεται, λοιπόν, ένα όνομα που τραβάει το ενδιαφέρον, στήνεται όμως ένα πρόγραμμα σπουδών διαφορετικής προσέγγισης, όπου το μόνο σχετικό μάθημα με τη διδακτική είναι η θεματική ενότητα ΚΦΕ60: Φυσικές Επιστήμες: Ιστορία, Επιστημολογία και Εκπαιδευτική Μεθοδολογία. Εκεί αφού γίνει αναφορά στην Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών, γίνονται κατόπιν κάποιες επιλογές από τη Διδακτική των Φυσικών Επιστημών. Δηλαδή, το διδακτικό κομμάτι της ειδίκευσης δεν είναι παρά λιγότερο από το 25% των γνώσεων που ίσως αποκομίσει κάποιος! Και όμως, ακόμη και ο πιο επιφυλακτικός και διστακτικός άνθρωπος, αν διάβαζε την περιγραφή του μεταπτυχιακού από την επίσημη σελίδα του ΕΑΠ, θα έβγαζε το συμπέρασμα πως η εξειδίκευση αφορά στη διδακτική και όχι στη θεωρητική εμβάθυνση στις φυσικές επιστήμες! Δεν είναι παράλογο επομένως αν υποτεθεί πως δεν πρόκειται παρά για μια απόπειρα εκμετάλλευσης κυρίως των καθηγητών που δεν έχουν καταφέρει να διοριστούν σε δημόσια σχολεία ή δεν εργάζονται σε ιδιωτικά και προσπαθούν διακαώς να αποκτήσουν ένα επιπλέον προσόν στο βιογραφικό τους.

Κι αν στις μέχρι τώρα επιστολές διαμαρτυρίας δεν έχουν ανταποκριθεί το υπουργείο, ο πρόεδρος του ΕΑΠ, ο ακαδημαϊκός υπεύθυνος του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών “Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση Καθηγητών Φυσικών Επιστημών”, είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι ούτε ο επιστημονικά υπεύθυνος ούτε οι διδάσκοντες της θεματικής ενότητας ΚΦΕ51 δείχνουν την ελάχιστη διάθεση να διαφοροποιήσουν τη διάρθρωση της ύλης και την προσέγγιση που ακολουθούν, η οποία εξαντλείται στην επανάληψη της φυσικής που διδάσκουν έτσι κι αλλιώς σε κάποιο ελληνικό ΑΕΙ.

Λυπηρό και απαράδεκτο...